Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ejecutivo
01
διευθυντής, διοικητής
persona que dirige o toma decisiones en una empresa
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ejecutivos
Παραδείγματα
El ejecutivo tomó decisiones importantes para la empresa.
Ο διευθυντής πήρε σημαντικές αποφάσεις για την εταιρεία.
02
parte del gobierno que administra y ejecuta las leyes
Παραδείγματα
El presidente es la cabeza del ejecutivo.
ejecutivo
01
εκτελεστικός
relativo a la administración o dirección de una organización
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ejecutivo
αρσενικό πληθυντικό
ejecutivos
θηλυκό ενικό
ejecutiva
θηλυκό πληθυντικό
ejecutivas
Παραδείγματα
El personal ejecutivo se encarga de las tareas administrativas.
Το εκτελεστικό προσωπικό αναλαμβάνει τα διοικητικά καθήκοντα.



























