cubierto
cub
ˈkuβ
koob
ier
jeɾ
yer
to
to
to
desiertoaciertoabiertoconcierto

Ορισμός και σημασία του "cubierto"στα ισπανικά

01

συννεφιασμένος, νεφελώδης

cuando el cielo está completamente lleno de nubes 
cubierto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más cubierto
συγκριτικός βαθμός
más cubierto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cubierto
αρσενικό πληθυντικό
cubiertos
θηλυκό ενικό
cubierta
θηλυκό πληθυντικό
cubiertas
Παραδείγματα
El cielo está cubierto de nubes hoy. 

Ο ουρανός είναι καλυμμένος με σύννεφα σήμερα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store