Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cubano
01
κουβανέζικος, κουβανέζικη
relacionado con Cuba o con sus habitantes
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
κύριο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
cubano
αρσενικό πληθυντικό
cubanos
θηλυκό ενικό
cubana
θηλυκό πληθυντικό
cubanas
Παραδείγματα
El café cubano es fuerte y sabroso.
Ο κουβανικός καφές είναι δυνατός και νόστιμος.



























