vigésimo
Pronunciation
/bixˈɛsimo/

Ορισμός και σημασία του "vigésimo"στα ισπανικά

01

εικοστός, εικοστός

que ocupa el lugar número veinte en una serie o secuencia
vigésimo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
vigésimo
αρσενικό πληθυντικό
vigésimos
θηλυκό ενικό
vigésima
θηλυκό πληθυντικό
vigésimas
Παραδείγματα
El vigésimo piso del edificio tiene una vista impresionante.
Ο εικοστός όροφος του κτιρίου έχει μια εντυπωσιακή θέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store