Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
borrar
[past form: borré][present form: borro]
01
διαγράφω
quitar o eliminar algo guardado
Παραδείγματα
El programa puede borrar automáticamente los datos antiguos.
Το πρόγραμμα μπορεί να διαγράψει αυτόματα τα παλιά δεδομένα.



























