Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
borrar
[past form: borré][present form: borro]
01
διαγράφω
quitar o eliminar algo guardado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
borro
γ΄ ενικό πρόσωπο
borra
ενεστώτα μετοχή
borrando
απλός αόριστος
borré
παθητική μετοχή
borrado
Παραδείγματα
El programa puede borrar automáticamente los datos antiguos.
Το πρόγραμμα μπορεί να διαγράψει αυτόματα τα παλιά δεδομένα.



























