borrar
Pronunciation
/bɔrˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "borrar"στα ισπανικά

borrar
[past form: borré][present form: borro]
01

διαγράφω

quitar o eliminar algo guardado
borrar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
borro
γ΄ ενικό πρόσωπο
borra
ενεστώτα μετοχή
borrando
απλός αόριστος
borré
παθητική μετοχή
borrado
Παραδείγματα
El programa puede borrar automáticamente los datos antiguos.
Το πρόγραμμα μπορεί να διαγράψει αυτόματα τα παλιά δεδομένα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store