Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hijo único
01
μοναχοπαίδι, μοναχογιός
el niño o joven que no tiene hermanos ni hermanas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hijos únicos
αρσενικό ενικό
hijo único
θηλυκό ενικό
hija única
Παραδείγματα
Juan es hijo único y no tiene hermanos.
Ο Χουάν είναι μοναχοπαίδι και δεν έχει αδέλφια.



























