Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recibir
01
λαμβάνω
aceptar o tomar algo que alguien te da o envía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
recibo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recibe
ενεστώτα μετοχή
recibiendo
απλός αόριστος
recibí
παθητική μετοχή
recibido
Παραδείγματα
Recibí una carta de mi amigo.
Λαμβάνω ένα γράμμα από τον φίλο μου.
02
καλωσορίζω
dar la bienvenida a alguien cuando llega a un lugar
Παραδείγματα
Nos recibieron con una sonrisa.
Μας δέχτηκαν με ένα χαμόγελο.
03
υποφέρω, υποφέρω
ser víctima de o ser afectado por una lesión, una enfermedad o un daño
Παραδείγματα
Recibió un fuerte golpe en la cabeza durante el accidente.
Έλαβε ένα ισχυρό χτύπημα στο κεφάλι κατά τη διάρκεια του ατυχήματος.
04
λαμβάνω
experimentar o reaccionar ante algo que se da, se comunica o se presenta
Παραδείγματα
Recibió la noticia con sorpresa.
Έλαβε τα νέα με έκπληξη.



























