Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
bronce
01
μπρούτζινος, χρώματος μπρούτζου
que tiene el color o aspecto del metal bronce
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bronce
συγκριτικός βαθμός
más bronce
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bronce
αρσενικό πληθυντικό
bronce
θηλυκό ενικό
bronce
θηλυκό πληθυντικό
bronce
Παραδείγματα
El marco del cuadro es bronce y brillante.
Το πλαίσιο της εικόνας είναι μπρούντζινο και γυαλιστερό.
El bronce
01
μπρούντζος, κράμα χαλκού και κασσίτερου
aleación de cobre y estaño usada para esculturas, monedas y objetos decorativos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El museo exhibe utensilios antiguos de bronce.
Το μουσείο εκθέτει αρχαία σκεύη από μπρούντζο.



























