bañar
ba
ba
μπα
ñar
ˈɲaɾ
νιαρ
bazarbajarbalarbasar

Ορισμός και σημασία του "bañar"στα ισπανικά

bañar
01

πλένομαι, κάνω μπάνιο

lavarse el cuerpo con agua, generalmente en la bañera o la ducha 
bañar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
baño
γ΄ ενικό πρόσωπο
baña
ενεστώτα μετοχή
bañando
απλός αόριστος
me bañé
παθητική μετοχή
bañado
Παραδείγματα
Me baño todas las mañanas. 

Κάνω μπάνιο κάθε πρωί.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store