el baño
ba
ˈba
ba
ño
ɲo
nio
dañobanyoañotacaño

Ορισμός και σημασία του "baño"στα ισπανικά

01

μπάνιο, τουαλέτα

lugar donde se puede lavar el cuerpo o usar el inodoro 
el baño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
baños
Παραδείγματα
Voy al baño a lavarme las manos. 

Πάω στο μπάνιο να πλύνω τα χέρια μου.

02

μπανιέρα, μπάνιο

recipiente o lugar donde se puede tomar un baño 
el baño definition and meaning
Παραδείγματα
Puso burbujas en el baño para relajarse. 

Έβαλε φυσαλίδες στη μπανιέρα για να χαλαρώσει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store