el aparcamiento
a
a
a
par
paɾ
par
cam
ˈkam
kam
ien
jen
yen
to
to
to
apartamiento

Ορισμός και σημασία του "aparcamiento"στα ισπανικά

El aparcamiento
01

πάρκινγκ

lugar donde se puede dejar el coche 
el aparcamiento definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
aparcamientos
Παραδείγματα
El aparcamiento está lleno hoy. 

Το πάρκινγκ είναι γεμάτο σήμερα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store