Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El circo
[gender: masculine]
01
τσίρκο, τσίρκο
lugar donde se hacen espectáculos con payasos, animales y acróbatas
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
circos
Παραδείγματα
Los niños están felices en el circo.
Τα παιδιά είναι χαρούμενα στο τσίρκο.



























