amable
Pronunciation
/amˈaβle/

Ορισμός και σημασία του "amable"στα ισπανικά

01

ευγενικός, ευγενής

que muestra bondad y cortesía hacia los demás
amable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más amable
συγκριτικός βαθμός
más amable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
amable
αρσενικό πληθυντικό
amables
θηλυκό ενικό
amable
θηλυκό πληθυντικό
amables
Παραδείγματα
Ella es muy amable con todos en la oficina.
Είναι πολύ ευγενική με όλους στο γραφείο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store