el empleo
emp
ˈemp
emp
leo
leo
leo
trineotrofeosaqueosorteo

Ορισμός και σημασία του "empleo"στα ισπανικά

01

απασχόληση

puesto de trabajo que una persona tiene o busca 
el empleo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
empleos
Παραδείγματα
Estoy buscando empleo. 

Ψάχνω δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store