Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nadar
01
κολυμπώ
moverse en el agua usando los brazos y las piernas para mantenerse a flote y avanzar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
nado
γ΄ ενικό πρόσωπο
nada
ενεστώτα μετοχή
nadando
απλός αόριστος
nadé
παθητική μετοχή
nadado
Παραδείγματα
Me gusta nadar en la piscina durante el verano.
Μου αρέσει να κολυμπάω στην πισίνα το καλοκαίρι.
LanGeek



























