Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
nadar
[past form: nadé][present form: nado]
01
κολυμπώ
moverse en el agua usando los brazos y las piernas para mantenerse a flote y avanzar
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
nado
γ΄ ενικό πρόσωπο
nada
ενεστώτα μετοχή
nadando
απλός αόριστος
nadé
παθητική μετοχή
nadado
Παραδείγματα
Nadamos juntos en la playa ayer.
Χθες κολυμπήσαμε μαζί στην παραλία.



























