Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ganar
01
κερδίζω
obtener la victoria en una competencia, juego o disputa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
gano
γ΄ ενικό πρόσωπο
gana
ενεστώτα μετοχή
ganando
απλός αόριστος
gané
παθητική μετοχή
ganado
Παραδείγματα
Ella ganó la carrera de atletismo.
Αυτή κέρδισε τον αγώνα στίβου.
02
κερδίζω
obtener dinero o beneficio por medio del trabajo o esfuerzo
Παραδείγματα
Gano mil euros al mes.
Κερδίζω χίλια ευρώ το μήνα.
03
νικώ
vencer a alguien en una competencia o disputa
Παραδείγματα
Nuestro equipo ganó al rival por tres goles.
Η ομάδα μας κέρδισε τον αντίπαλο με τρία γκολ.



























