Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
separar
01
διαχωρίζω
poner una cosa aparte de otra para que no estén juntas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
separo
γ΄ ενικό πρόσωπο
separa
ενεστώτα μετοχή
separando
απλός αόριστος
separé
παθητική μετοχή
separado
Παραδείγματα
Voy a separar la ropa blanca de la ropa de color.
Πρόκειται να διαχωρίσω τα λευκά ρούχα από τα χρωματιστά.
02
απολύω
expulsar o apartar a alguien de un cargo, empleo o función
Παραδείγματα
Separaron al policía por conducta indebida.
Διάσπασαν τον αστυνομικό για ακατάλληλη συμπεριφορά.
03
διαχωρίζω
apartarse o distanciarse de otra persona, cosa o grupo
Παραδείγματα
Después de años juntos, decidieron separarse.
Μετά από χρόνια μαζί, αποφάσισαν να χωρίσουν.
04
διαχωρίζομαι
ir cada uno por un camino distinto después de estar juntos
Παραδείγματα
Los excursionistas se separaron para explorar distintas zonas.
Οι πεζοπόροι χωρίστηκαν για να εξερευνήσουν διαφορετικές περιοχές.



























