los abuelos
ab
ˈaβ
ab
ue
we
ve
los
los
los
gemelorascacielos

Ορισμός και σημασία του "abuelos"στα ισπανικά

01

παππούδες, πρόγονοι

padre y madre del padre o de la madre de una persona 
los abuelos definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
abuelos
Παραδείγματα
Mis abuelos viven en el campo. 

Οι παππούδες μου ζουν στην ύπαιθρο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store