Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El material
01
υλικό, περιεχόμενο
contenido usado para estudiar, enseñar o informar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
materiales
Παραδείγματα
Necesito más material para preparar el examen.
Χρειάζομαι περισσότερο υλικό για να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις.
02
υλικό, ύλη
sustancia que se usa para fabricar cosas
Παραδείγματα
Este mueble está hecho de un material muy resistente.
Αυτό το έπιπλο είναι κατασκευασμένο από ένα πολύ ανθεκτικό υλικό.
03
υλικό
objetos, herramientas o recursos necesarios para realizar una tarea o actividad
Παραδείγματα
La empresa compró nuevo material para la producción.
Η εταιρεία αγόρασε νέο υλικό για την παραγωγή.
material
01
υλικός
que tiene existencia física o puede percibirse por los sentidos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más material
συγκριτικός βαθμός
más material
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
material
αρσενικό πληθυντικό
materiales
θηλυκό ενικό
material
θηλυκό πληθυντικό
materiales
Παραδείγματα
El daño fue solo material, nadie resultó herido.
Η ζημιά ήταν μόνο υλική, κανείς δεν τραυματίστηκε.



























