el material
ma
ma
ma
ter
ˈteɾ
ter
ial
jal
yal
maternal

Ορισμός και σημασία του "material"στα ισπανικά

01

υλικό, περιεχόμενο

contenido usado para estudiar, enseñar o informar 
el material definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
materiales
Παραδείγματα
Necesito más material para preparar el examen. 

Χρειάζομαι περισσότερο υλικό για να προετοιμαστώ για τις εξετάσεις.

02

υλικό, ύλη

sustancia que se usa para fabricar cosas 
el material definition and meaning
Παραδείγματα
Este mueble está hecho de un material muy resistente. 

Αυτό το έπιπλο είναι κατασκευασμένο από ένα πολύ ανθεκτικό υλικό.

03

υλικό

objetos, herramientas o recursos necesarios para realizar una tarea o actividad 
el material definition and meaning
Παραδείγματα
La empresa compró nuevo material para la producción. 

Η εταιρεία αγόρασε νέο υλικό για την παραγωγή.

01

υλικός

que tiene existencia física o puede percibirse por los sentidos 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más material
συγκριτικός βαθμός
más material
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
material
αρσενικό πληθυντικό
materiales
θηλυκό ενικό
material
θηλυκό πληθυντικό
materiales
Παραδείγματα
El daño fue solo material, nadie resultó herido. 

Η ζημιά ήταν μόνο υλική, κανείς δεν τραυματίστηκε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store