Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El material
01
υλικό, περιεχόμενο
contenido usado para estudiar, enseñar o informar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
materiales
Παραδείγματα
El material está disponible en línea.
Το υλικό είναι διαθέσιμο στο διαδίκτυο.
02
υλικό, ύλη
sustancia que se usa para fabricar cosas
Παραδείγματα
Seleccionaron materiales ecológicos para la obra.
Επέλεξαν οικολογικά υλικά για το έργο.
03
υλικό
objetos, herramientas o recursos necesarios para realizar una tarea o actividad
Παραδείγματα
El material usado en la construcción es de alta calidad.
Το υλικό που χρησιμοποιείται στην κατασκευή είναι υψηλής ποιότητας.
material
01
υλικός
que tiene existencia física o puede percibirse por los sentidos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más material
συγκριτικός βαθμός
más material
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
material
αρσενικό πληθυντικό
materiales
θηλυκό ενικό
material
θηλυκό πληθυντικό
materiales
Παραδείγματα
La ganancia fue solo material, sin reconocimiento moral.
Το κέρδος ήταν μόνο υλικό, χωρίς ηθική αναγνώριση.



























