general
Pronunciation
/xˌenɛɾˈal/

Ορισμός και σημασία του "general"στα ισπανικά

01

γενικός, κοινός

que se aplica a muchas cosas o a la mayoría de los casos
general definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
general
αρσενικό πληθυντικό
generales
θηλυκό ενικό
general
θηλυκό πληθυντικό
generales
Παραδείγματα
Las normas generales deben seguirse siempre.
Οι γενικοί κανόνες πρέπει πάντα να τηρούνται.
01

στρατηγός, ανώτερος αξιωματικός

oficial de alto rango en el ejército
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
generales
Παραδείγματα
El general participó en negociaciones de paz.
Ο στρατηγός συμμετείχε σε ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.

Λεξικό Δέντρο

general
gener
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store