Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
recordar
01
θυμάμαι
traer a la memoria algo que se había olvidado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
recuerdo
γ΄ ενικό πρόσωπο
recuerda
ενεστώτα μετοχή
recordando
απλός αόριστος
recordé
παθητική μετοχή
recordado
Παραδείγματα
Recuerdo el día que nos conocimos.
Θυμάμαι την ημέρα που γνωριστήκαμε.



























