Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
contener
01
περιέχω
tener dentro o incluir algo en su interior
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
contengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contiene
ενεστώτα μετοχή
conteniendo
απλός αόριστος
contuve
παθητική μετοχή
contenido
Παραδείγματα
La caja contiene varios libros.
Το κουτί περιέχει αρκετά βιβλία.
02
συγκρατώ
controlar o moderar sentimientos, emociones o acciones
Παραδείγματα
Trató de contener la risa durante la reunión.
Προσπάθησε να συγκρατήσει το γέλιο κατά τη διάρκεια της συνάντησης.



























