contener
Pronunciation
/kˌɔntenˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "contener"στα ισπανικά

contener
01

περιέχω

tener dentro o incluir algo en su interior
contener definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
contengo
γ΄ ενικό πρόσωπο
contiene
ενεστώτα μετοχή
conteniendo
απλός αόριστος
contuve
παθητική μετοχή
contenido
Παραδείγματα
El informe contiene todos los detalles del proyecto.
Η έκθεση περιέχει όλες τις λεπτομέρειες του έργου.
02

συγκρατώ

controlar o moderar sentimientos, emociones o acciones
contener definition and meaning
Παραδείγματα
Trató de contener la emoción al recibir la noticia.
Προσπάθησε να συγκρατήσει το συναίσθημα όταν έλαβε την είδηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store