volar
Pronunciation
/bolˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "volar"στα ισπανικά

01

πετώ

moverse por el aire usando alas o medios de vuelo
volar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuela
ενεστώτα μετοχή
volando
απλός αόριστος
volé
παθητική μετοχή
volado
Παραδείγματα
Siempre quise volar sobre el océano.
Πάντα ήθελα να πετάξω πάνω από τον ωκεανό.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store