volar
vo
bo
bo
lar
ˈlaɾ
lar
velarvotarviolar

Ορισμός και σημασία του "volar"στα ισπανικά

01

πετώ

moverse por el aire usando alas o medios de vuelo 
volar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuela
ενεστώτα μετοχή
volando
απλός αόριστος
volé
παθητική μετοχή
volado
Παραδείγματα
Los pájaros pueden volar muy alto. 

Τα πουλιά μπορούν να πετάξουν πολύ ψηλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store