Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
volar
01
πετώ
moverse por el aire usando alas o medios de vuelo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
vuelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vuela
ενεστώτα μετοχή
volando
απλός αόριστος
volé
παθητική μετοχή
volado
Παραδείγματα
Los pájaros pueden volar muy alto.
Τα πουλιά μπορούν να πετάξουν πολύ ψηλά.



























