la superficie
su
su
soo
per
peɾ
per
fic
ˈfiθ
fith
ie
je
ye

Ορισμός και σημασία του "superficie"στα ισπανικά

01

επιφάνεια

parte exterior o superior de un cuerpo o cosa 
la superficie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
superficies
Παραδείγματα
La superficie de la mesa está limpia. 

Η επιφάνεια του τραπεζιού είναι καθαρή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store