Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multiplicar
01
πολλαπλασιάζω
aumentar una cantidad sumándola consigo misma varias veces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
multiplico
γ΄ ενικό πρόσωπο
multiplica
ενεστώτα μετοχή
multiplicando
απλός αόριστος
multipliqué
παθητική μετοχή
multiplicado
Παραδείγματα
En la clase de matemáticas aprendimos a multiplicar números.
Στο μάθημα των μαθηματικών, μάθαμε να πολλαπλασιάζουμε αριθμούς.



























