Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multiplicar
01
πολλαπλασιάζω
aumentar una cantidad sumándola consigo misma varias veces
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
multiplico
γ΄ ενικό πρόσωπο
multiplica
ενεστώτα μετοχή
multiplicando
απλός αόριστος
multipliqué
παθητική μετοχή
multiplicado
Παραδείγματα
Para resolver problemas de álgebra, primero debes multiplicar los términos.
Για να λύσετε προβλήματα άλγεβρας, πρέπει πρώτα να πολλαπλασιάσετε τους όρους.



























