Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
multilateral
01
πολυμερής
que involucra a varios países o grupos actuando juntos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
multilateral
αρσενικό πληθυντικό
multilaterales
θηλυκό ενικό
multilateral
θηλυκό πληθυντικό
multilaterales
Παραδείγματα
Las negociaciones multilaterales son complejas.
Οι πολυμερείς διαπραγματεύσεις είναι πολύπλοκες.
Λεξικό Δέντρο
multilateral
lateral
later



























