Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
crecer
01
μεγαλώνω, αναπτύσσομαι
aumentar de tamaño o desarrollarse
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
crezco
γ΄ ενικό πρόσωπο
crece
ενεστώτα μετοχή
creciendo
απλός αόριστος
crecí
παθητική μετοχή
crecido
Παραδείγματα
Mi hijo ha crecido mucho este año.
Ο γιος μου έχει μεγαλώσει πολύ φέτος.
02
αυξάνω
hacerse más grande o numeroso en cantidad, intensidad o influencia
Παραδείγματα
La población de la ciudad sigue creciendo.
Ο πληθυσμός της πόλης συνεχίζει να αυξάνεται.
03
μεγαλώνω
desarrollarse física o mentalmente con el paso del tiempo
Παραδείγματα
Crecí en una ciudad pequeña.
Μεγάλωσα σε μια μικρή πόλη.
04
μεγαλώνω
aumentar en tiempo, duración o extensión
Παραδείγματα
Los días crecen en primavera.
Οι μέρες μεγαλώνουν την άνοιξη.



























