poder
Pronunciation
/poðˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "poder"στα ισπανικά

01

μπορώ, είμαι σε θέση να

tener la capacidad o posibilidad de hacer algo
poder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
puedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
puede
ενεστώτα μετοχή
pudiendo
απλός αόριστος
pude
παθητική μετοχή
podido
Παραδείγματα
Mi hermano puede correr muy rápido.
Ο αδερφός μου μπορεί να τρέξει πολύ γρήγορα.
02

μπορώ, έχω τη δυνατότητα

expresar posibilidad o permiso para hacer algo
poder definition and meaning
Παραδείγματα
Puede que no lleguen a tiempo.
Poder μπορεί να μην φτάσουν εγκαίρως.
03

μπορώ, είμαι σε θέση να

verbo que indica la capacidad o permiso de hacer algo
Παραδείγματα
¿ Puedo abrir la ventana?
Μπορώ να ανοίξω το παράθυρο ;
01

εξουσία, δύναμη

capacidad o autoridad para influir o controlar algo o a alguien
el poder definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poderes
Παραδείγματα
El poder económico influye en la política.
Η οικονομική εξουσία επηρεάζει την πολιτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store