Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poder
01
μπορώ, είμαι σε θέση να
tener la capacidad o posibilidad de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
puedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
puede
ενεστώτα μετοχή
pudiendo
απλός αόριστος
pude
παθητική μετοχή
podido
Παραδείγματα
Mi hermano puede correr muy rápido.
Ο αδερφός μου μπορεί να τρέξει πολύ γρήγορα.
02
μπορώ, έχω τη δυνατότητα
expresar posibilidad o permiso para hacer algo
Παραδείγματα
Puede que no lleguen a tiempo.
Poder μπορεί να μην φτάσουν εγκαίρως.
03
μπορώ, είμαι σε θέση να
verbo que indica la capacidad o permiso de hacer algo
Παραδείγματα
¿ Puedo abrir la ventana?
Μπορώ να ανοίξω το παράθυρο ;
El poder
01
εξουσία, δύναμη
capacidad o autoridad para influir o controlar algo o a alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poderes
Παραδείγματα
El poder económico influye en la política.
Η οικονομική εξουσία επηρεάζει την πολιτική.



























