Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
poder
01
μπορώ, είμαι σε θέση να
tener la capacidad o posibilidad de hacer algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
puedo
γ΄ ενικό πρόσωπο
puede
ενεστώτα μετοχή
pudiendo
απλός αόριστος
pude
παθητική μετοχή
podido
Παραδείγματα
Puedo ayudarte con la tarea.
Μπορώ να σε βοηθήσω με την εργασία.
02
μπορώ, έχω τη δυνατότητα
expresar posibilidad o permiso para hacer algo
Παραδείγματα
Puede que llueva mañana.
Μπορώ αύριο να βρέξει.
03
μπορώ, είμαι σε θέση να
verbo que indica la capacidad o permiso de hacer algo
Παραδείγματα
¿Puedo ir al baño?
Μπορώ να πάω στο μπάνιο ;
El poder
01
εξουσία, δύναμη
capacidad o autoridad para influir o controlar algo o a alguien
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
poderes
Παραδείγματα
El poder del presidente es limitado por la constitución.
Η εξουσία του προέδρου περιορίζεται από το σύνταγμα.



























