Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El camino
01
δρόμος, μονοπάτι
vía o sendero por donde se puede transitar
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
caminos
Παραδείγματα
Tomamos un camino de tierra hacia el bosque.
Πήραμε ένα χωμάτινο δρόμο προς το δάσος.
02
δρόμος, μονοπάτι
ruta, sendero o dirección que se sigue para llegar a un lugar
Παραδείγματα
Tomamos un camino diferente para evitar el tráfico.
Πήραμε ένα διαφορετικό δρόμο για να αποφύγουμε την κυκλοφορία.
03
δρόμος
dirección, método o proceso que se sigue para lograr un objetivo
Παραδείγματα
Este es el camino correcto para resolver el problema.
Αυτός είναι ο σωστός δρόμος για να λυθεί το πρόβλημα.



























