Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La línea
01
γραμμή, γραμμικό στοιχείο
trazo largo y delgado que une dos puntos
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
líneas
Παραδείγματα
Dibujé una línea en el papel.
Ζωγράφισα μια γραμμή στο χαρτί.
02
γραμμή, κύκλωμα
conexión o circuito para transmitir señales o información
Παραδείγματα
La línea telefónica está ocupada.
Η τηλεφωνική γραμμή είναι κατειλημμένη.
03
γραμμή, διαδρομή
ruta o recorrido fijo de un vehículo público
Παραδείγματα
La línea 5 del autobús pasa por mi casa.
04
γραμμή
fila horizontal de palabras o caracteres en un texto escrito o impreso
Παραδείγματα
Cada línea del poema tiene cuatro palabras.
Κάθε γραμμή του ποιήματος έχει τέσσερις λέξεις.
05
γραμμή προϊόντων, σειρά
serie o conjunto de productos de una misma categoría ofrecidos por una empresa
Παραδείγματα
La empresa lanzó una nueva línea de cosméticos.
Η εταιρεία κυκλοφόρησε μια νέα σειρά καλλυντικών.
06
γραμμή, γραμμικό στοιχείο
una marca larga y delgada que se usa en el dibujo o la composición
Παραδείγματα
Una línea curva puede sugerir movimiento y suavidad.
Μια καμπύλη γραμμή μπορεί να υποδηλώνει κίνηση και απαλότητα.



























