añadir
Pronunciation
/ˌaɲaðˈiɾ/

Ορισμός και σημασία του "añadir"στα ισπανικά

añadir
[past form: añadí][present form: añado]
01

προσθέτω

poner algo más junto a otra cosa
añadir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
añado
γ΄ ενικό πρόσωπο
añade
ενεστώτα μετοχή
añadiendo
απλός αόριστος
añadí
παθητική μετοχή
añadido
Παραδείγματα
No es necesario añadir más ingredientes.
Δεν είναι απαραίτητο να προσθέσετε περισσότερα συστατικά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store