añadir
a
a
a
ña
ɲa
nia
dir
ˈðiɾ
dhir
gruñirasumirsentirsurgir

Ορισμός και σημασία του "añadir"στα ισπανικά

añadir
01

προσθέτω

poner algo más junto a otra cosa 
añadir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
añado
γ΄ ενικό πρόσωπο
añade
ενεστώτα μετοχή
añadiendo
απλός αόριστος
añadí
παθητική μετοχή
añadido
Παραδείγματα
Añade sal a la sopa. 

Προσθέστε αλάτι στη σούπα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store