Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
añadir
[past form: añadí][present form: añado]
01
προσθέτω
poner algo más junto a otra cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
añado
γ΄ ενικό πρόσωπο
añade
ενεστώτα μετοχή
añadiendo
απλός αόριστος
añadí
παθητική μετοχή
añadido
Παραδείγματα
No es necesario añadir más ingredientes.
Δεν είναι απαραίτητο να προσθέσετε περισσότερα συστατικά.



























