enfadado
Pronunciation
/ˌɛmfaðˈaðo/

Ορισμός και σημασία του "enfadado"στα ισπανικά

01

θυμωμένος, ενοχλημένος

que siente enojo o molestia
enfadado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enfadado
συγκριτικός βαθμός
más enfadado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enfadado
αρσενικό πληθυντικό
enfadados
θηλυκό ενικό
enfadada
θηλυκό πληθυντικό
enfadadas
Παραδείγματα
A veces me enfado sin razón.
Μερικές φορές θυμώνω χωρίς λόγο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store