enfadado
en
en
en
fa
fa
fa
da
ˈða
dha
do
ðo
dho
enredadoenfocadoenfadoenfriado

Ορισμός και σημασία του "enfadado"στα ισπανικά

01

θυμωμένος, ενοχλημένος

que siente enojo o molestia 
enfadado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más enfadado
συγκριτικός βαθμός
más enfadado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
enfadado
αρσενικό πληθυντικό
enfadados
θηλυκό ενικό
enfadada
θηλυκό πληθυντικό
enfadadas
Παραδείγματα
Estoy enfadado porque no me escuchaste. 

Είμαι θυμωμένος γιατί δεν με άκουσες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store