Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dar
01
δίνω
entregar algo a alguien voluntariamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
doy
γ΄ ενικό πρόσωπο
da
ενεστώτα μετοχή
dando
απλός αόριστος
di
παθητική μετοχή
dado
Παραδείγματα
El camarero me dio la cuenta.
Ο σερβιτόρος μου έδωσε τον λογαριασμό.
02
παράγω
producir o generar algo natural, material o abstracto
Παραδείγματα
El proyecto dio excelentes resultados.
Το έργο έδωσε εξαιρετικά αποτελέσματα.
03
διοργανώνω
organizar o celebrar un evento o reunión
Παραδείγματα
Dieron un evento benéfico el sábado.
Διοργάνωσαν μια φιλανθρωπική εκδήλωση το Σάββατο.
04
απονέμω
conceder un premio, honor o permiso a alguien
Παραδείγματα
Le dieron un ascenso por su esfuerzo.
Δίνω μια προαγωγή για την προσπάθειά του.
05
λέω
comunicar o expresar información, opiniones o mensajes
Παραδείγματα
Dieron la noticia por televisión.
Έδωσαν τα νέα στην τηλεόραση.



























