Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traer
01
φέρνω
llevar algo hacia el lugar donde está la persona que habla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
traigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
trae
ενεστώτα μετοχή
trayendo
απλός αόριστος
traje
παθητική μετοχή
traído
Παραδείγματα
¿Puedes traer el libro, por favor?
Μπορείς να φέρεις το βιβλίο, παρακαλώ;
02
φορώ
llevar puesta ropa, accesorios u objetos sobre el cuerpo
Παραδείγματα
Trae un vestido rojo hoy.
Φέρε ένα κόκκινο φόρεμα σήμερα.
03
κουβαλώ
llevar algo consigo o tenerlo en la mano o en el cuerpo
Παραδείγματα
Ella trae sus documentos en la mochila.
Αυτή φέρνει τα έγγραφά της στο σακίδιο.



























