Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
traer
[past form: traje][present form: traigo]
01
φέρνω
llevar algo hacia el lugar donde está la persona que habla
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
traigo
γ΄ ενικό πρόσωπο
trae
ενεστώτα μετοχή
trayendo
απλός αόριστος
traje
παθητική μετοχή
traído
Παραδείγματα
Él trajo su computadora al trabajo ayer.
Αυτός έφερε τον υπολογιστή του στη δουλειά χθες.
02
φορώ
llevar puesta ropa, accesorios u objetos sobre el cuerpo
Παραδείγματα
Traigo un abrigo porque hace frío.
Φέρνω ένα παλτό γιατί κάνει κρύο.
03
κουβαλώ
llevar algo consigo o tenerlo en la mano o en el cuerpo
Παραδείγματα
Traigo mi computadora portátil al trabajo.
Φέρνω το φορητό μου υπολογιστή στη δουλειά.



























