amar
a
a
a
mar
ˈmaɾ
mar
armaramasar

Ορισμός και σημασία του "amar"στα ισπανικά

01

αγαπώ, λατρεύω

sentir amor o afecto intenso por alguien o algo 
amar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ama
ενεστώτα μετοχή
amando
απλός αόριστος
amé
παθητική μετοχή
amado
Παραδείγματα
Te amo con todo mi corazón. 

Σε αγαπώ με όλη μου την καρδιά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store