amar
Pronunciation
/amˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "amar"στα ισπανικά

01

αγαπώ, λατρεύω

sentir amor o afecto intenso por alguien o algo
amar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ama
ενεστώτα μετοχή
amando
απλός αόριστος
amé
παθητική μετοχή
amado
Παραδείγματα
Amo a mi familia.
Αγαπώ την οικογένειά μου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store