Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
amar
01
αγαπώ, λατρεύω
sentir amor o afecto intenso por alguien o algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
amo
γ΄ ενικό πρόσωπο
ama
ενεστώτα μετοχή
amando
απλός αόριστος
amé
παθητική μετοχή
amado
Παραδείγματα
Te amo con todo mi corazón.
Σε αγαπώ με όλη μου την καρδιά.



























