oler
Pronunciation
/olˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "oler"στα ισπανικά

01

μυρίζω

percibir olores con la nariz
oler definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
huelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
huele
ενεστώτα μετοχή
oliendo
απλός αόριστος
olí
παθητική μετοχή
olido
Παραδείγματα
No me gusta oler humo.
Δεν μου αρέσει να μυρίζω καπνό.
02

μυρίζω, έχει μυρωδιά

tener un olor que se puede percibir con la nariz
oler definition and meaning
Παραδείγματα
El pan huele delicioso.
Το ψωμί μυρίζει νόστιμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store