Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
oler
01
μυρίζω
percibir olores con la nariz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
huelo
γ΄ ενικό πρόσωπο
huele
ενεστώτα μετοχή
oliendo
απλός αόριστος
olí
παθητική μετοχή
olido
Παραδείγματα
Me gusta oler las flores.
Μου αρέσει να μυρίζω τα λουλούδια.
02
μυρίζω, έχει μυρωδιά
tener un olor que se puede percibir con la nariz
Παραδείγματα
La habitación huele a pintura.
Το δωμάτιο μυρίζει μπογιά.



























