Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cocinar
[past form: cociné][present form: cocino]
01
μαγειρεύω
preparar comida usando calor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
cocino
γ΄ ενικό πρόσωπο
cocina
ενεστώτα μετοχή
cocinando
απλός αόριστος
cociné
παθητική μετοχή
cocinado
Παραδείγματα
El chef cocina en un restaurante famoso.
Ο σεφ μαγειρεύει σε ένα διάσημο εστιατόριο.
02
μαγειρεύω
prepararse mediante calor un alimento hasta que esté listo para comer
Παραδείγματα
Este plato se cocina mejor con ingredientes frescos.
Αυτό το πιάτο μαγειρεύεται καλύτερα με φρέσκα υλικά.



























