Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El reto
[gender: masculine]
01
πρόκληση, δοκιμασία
situación difícil que requiere esfuerzo, habilidad o valor para superarla
Παραδείγματα
El reto de este año es mejorar la eficiencia del equipo.
Η πρόκληση φέτος είναι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ομάδας.



























