el reto
Pronunciation
/rˈeto/

Ορισμός και σημασία του "reto"στα ισπανικά

El reto
[gender: masculine]
01

πρόκληση, δοκιμασία

situación difícil que requiere esfuerzo, habilidad o valor para superarla
el reto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
retos
Παραδείγματα
El reto de este año es mejorar la eficiencia del equipo.
Η πρόκληση φέτος είναι η βελτίωση της αποτελεσματικότητας της ομάδας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store