Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provocar
01
προκαλώ, προξενώ
ser causa de un hecho, especialmente si produce una reacción intensa o negativa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
provoco
γ΄ ενικό πρόσωπο
provoca
ενεστώτα μετοχή
provocando
απλός αόριστος
provoqué
παθητική μετοχή
provocado
Παραδείγματα
Su comentario provocó risas entre los estudiantes.
Το σχόλιό του προκάλεσε γέλια ανάμεσα στους μαθητές.
02
προκαλώ
incitar o estimular una reacción emocional, generalmente negativa
Παραδείγματα
Sus comentarios provocaron enojo entre los asistentes.
Τα σχόλιά του προκάλεσαν θυμό μεταξύ των παρευρισκομένων.



























