Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
provenir
01
tener origen o proceder de una persona, lugar o cosa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
Παραδείγματα
Este vino proviene de Chile.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
tener origen o proceder de una persona, lugar o cosa