Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La portería
[gender: feminine]
01
τέρμα, στόχος
estructura donde se marca un gol en deportes como fútbol o baloncesto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
porterías
Παραδείγματα
La portería es un objetivo clave en el juego.
Το τέρμα είναι ένας βασικός στόχος στο παιχνίδι.



























