Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
garantizar
[past form: garanticé][present form: garantizo]
01
εγγυώμαι
asegurar que algo va a suceder o que se cumple una condición
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
garantizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
garantiza
ενεστώτα μετοχή
garantizando
απλός αόριστος
garanticé
παθητική μετοχή
garantizado
Παραδείγματα
El banco garantiza la devolución del dinero.
Η τράπεζα εγγυάται την επιστροφή των χρημάτων.



























