dispuesto
disp
ˈdisp
disp
ues
wes
ves
to
to
to
indigestosupuestomanifiestoexpuesto

Ορισμός και σημασία του "dispuesto"στα ισπανικά

01

πρόθυμος, έτοιμος

con intención o voluntad de hacer algo 
dispuesto definition and meaning
Παραδείγματα
Estoy dispuesto a ayudarte. 

Είμαι πρόθυμος να σε βοηθήσω.

02

έτοιμος

preparado para hacer algo o para un fin 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas dispuesto
συγκριτικός βαθμός
mas dispuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dispuesto
αρσενικό πληθυντικό
dispuestos
θηλυκό ενικό
dispuesta
θηλυκό πληθυντικό
dispuestas
Παραδείγματα
Todo está dispuesto para la reunión. 

Όλα είναι έτοιμα για τη συνάντηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store