Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dispuesto
01
πρόθυμος, έτοιμος
con intención o voluntad de hacer algo
Παραδείγματα
Siguen dispuestos a colaborar.
Εξακολουθούν να είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν.
02
έτοιμος
preparado para hacer algo o para un fin
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas dispuesto
συγκριτικός βαθμός
mas dispuesto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
dispuesto
αρσενικό πληθυντικό
dispuestos
θηλυκό ενικό
dispuesta
θηλυκό πληθυντικό
dispuestas
Παραδείγματα
Tenían todo dispuesto antes de empezar.
Είχαν τα πάντα έτοιμα πριν ξεκινήσουν.



























