Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discapacitado
01
ανάπηρος, αναπηρικός
que tiene una condición física o mental que limita sus actividades diarias
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
discapacitado
αρσενικό πληθυντικό
discapacitados
θηλυκό ενικό
discapacitada
θηλυκό πληθυντικό
discapacitadas
Παραδείγματα
Desarrollaron nueva tecnología para ayudar a niños discapacitados.
Ανέπτυξαν νέα τεχνολογία για να βοηθήσουν παιδιά με αναπηρίες.



























