discapacitado
dis
dis
ντισ
ca
ka
κα
pa
pa
πα
ci
si
σι
ta
ˈta
τα
do
ðo
δο
polideportivodescorazonadoparticipativoafroamericano

Ορισμός και σημασία του "discapacitado"στα ισπανικά

discapacitado
01

ανάπηρος, αναπηρικός

que tiene una condición física o mental que limita sus actividades diarias 
discapacitado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
discapacitado
αρσενικό πληθυντικό
discapacitados
θηλυκό ενικό
discapacitada
θηλυκό πληθυντικό
discapacitadas
θεματικό πεδίο
salud, sociedad, accesibilidad
Παραδείγματα
El edificio tiene una rampa para personas discapacitadas. 

Το κτίριο έχει μια ράμπα για άτομα με αναπηρία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store