Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
distribuir
[past form: distribuí][present form: distribuyo]
01
διανέμω
repartir algo entre varias personas o lugares
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
distribuyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
distribuye
ενεστώτα μετοχή
distribuyendo
απλός αόριστος
distribuí
παθητική μετοχή
distribuido
Παραδείγματα
El profesor distribuyó las hojas de examen.
Ο καθηγητής μοίρασε τα φύλλα εξετάσεων.



























