Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vencer
01
νικώ
ganar o superar a alguien en una competencia, conflicto o desafío
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
venzo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vence
ενεστώτα μετοχή
venciendo
απλός αόριστος
vencí
παθητική μετοχή
vencido
Παραδείγματα
El equipo local venció en el último minuto del partido.
Η τοπική ομάδα νίκησε στο τελευταίο λεπτό του αγώνα.
02
λήγω
llegar al final del período de validez de algo
Παραδείγματα
El contrato vence el próximo mes.
Η σύμβαση λήγει τον επόμενο μήνα.



























