el titular
Pronunciation
/tˌitulˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "titular"στα ισπανικά

01

τίτλος, κεφαλίδα

frase principal que resume una noticia en un periódico o revista
el titular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
titulares
Παραδείγματα
El titular de hoy está relacionado con la economía.
Ο τίτλος σήμερα σχετίζεται με την οικονομία.
titular
01

αποφοιτώ, αποκτώ πτυχίο

obtener un título académico o completar estudios superiores
titular definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
titulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
titula
ενεστώτα μετοχή
titulando
απλός αόριστος
tituló
παθητική μετοχή
titulado
Παραδείγματα
Se tituló tras completar su proyecto final.
Αποφοίτησε μετά την ολοκλήρωση της τελικής του εργασίας.
02

τιτλοφορείται, ονομάζεται

llevar un nombre o título determinado
titular definition and meaning
Παραδείγματα
El informe se titula según el tema principal.
Η έκθεση τιτλοφορείται σύμφωνα με το κύριο θέμα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store