Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El titular
01
τίτλος, κεφαλίδα
frase principal que resume una noticia en un periódico o revista
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
titulares
Παραδείγματα
El titular del periódico es muy llamativo hoy.
Ο τίτλος της εφημερίδας είναι πολύ εντυπωσιακός σήμερα.
titular
01
αποφοιτώ, αποκτώ πτυχίο
obtener un título académico o completar estudios superiores
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
titulo
γ΄ ενικό πρόσωπο
titula
ενεστώτα μετοχή
titulando
απλός αόριστος
tituló
παθητική μετοχή
titulado
Παραδείγματα
Se titulará en medicina el próximo año.
Θα αποφοιτήσει στην ιατρική το επόμενο έτος.
02
τιτλοφορείται, ονομάζεται
llevar un nombre o título determinado
Παραδείγματα
El libro se titula 'La vida secreta de los árboles'.
Το βιβλίο τιτλοφορείται «Η μυστική ζωή των δέντρων».



























