Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
proporcionar
01
παρέχω
dar o poner algo a disposición de alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
proporciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
proporciona
ενεστώτα μετοχή
proporcionando
απλός αόριστος
proporcioné
παθητική μετοχή
proporcionado
Παραδείγματα
El sistema proporciona acceso a internet rápido.
Το σύστημα παρέχει γρήγορη πρόσβαση στο διαδίκτυο.



























