Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
emigrar
01
μετανάστευω
trasladarse desde el propio país para vivir en otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
emigro
γ΄ ενικό πρόσωπο
emigra
ενεστώτα μετοχή
emigrando
απλός αόριστος
emigré
παθητική μετοχή
emigrado
Παραδείγματα
Muchos profesionales emigran por mejores salarios.
Πολλοί επαγγελματίες μεταναστεύουν για καλύτερους μισθούς.



























