emigrar
Pronunciation
/ˌemiɣɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "emigrar"στα ισπανικά

emigrar
01

μετανάστευω

trasladarse desde el propio país para vivir en otro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
emigro
γ΄ ενικό πρόσωπο
emigra
ενεστώτα μετοχή
emigrando
απλός αόριστος
emigré
παθητική μετοχή
emigrado
Παραδείγματα
Muchos profesionales emigran por mejores salarios.
Πολλοί επαγγελματίες μεταναστεύουν για καλύτερους μισθούς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store