emigrar
e
e
e
mig
ˈmiɣ
migh
rar
ɾaɾ
rar
calamaracertarenfocaroscilar

Ορισμός και σημασία του "emigrar"στα ισπανικά

emigrar
01

μετανάστευω

trasladarse desde el propio país para vivir en otro 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
emigro
γ΄ ενικό πρόσωπο
emigra
ενεστώτα μετοχή
emigrando
απλός αόριστος
emigré
παθητική μετοχή
emigrado
Παραδείγματα
Decidió emigrar a Canadá por trabajo. 

Αποφάσισε να μεταναστεύσει στον Καναδά για δουλειά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store