soltar
soltar
sɔltaɾse
sawltarse
saltarsolarsoldar

Ορισμός και σημασία του "soltar"στα ισπανικά

soltar
01

γίνομαι άνετος, αποκτώ ευχέρεια

adquirir fluidez o facilidad en un idioma 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
suelto
γ΄ ενικό πρόσωπο
suelta
ενεστώτα μετοχή
soltando
απλός αόριστος
me solté
παθητική μετοχή
soltado,suelto
Παραδείγματα
Después de vivir allí, se soltó en francés. 

Μετά τη ζωή εκεί, απελευθερώθηκε στα γαλλικά.

02

αφήνω, ρίχνω

dejar ir la cuerda de un arco para disparar la flecha 
Παραδείγματα
El arquero soltó la cuerda con suavidad. 

Ο τοξότης άφησε ευγενικά τη χορδή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store