Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
soltar
[past form: me solté][present form: me suelto]
01
γίνομαι άνετος, αποκτώ ευχέρεια
adquirir fluidez o facilidad en un idioma
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
suelto
γ΄ ενικό πρόσωπο
suelta
ενεστώτα μετοχή
soltando
απλός αόριστος
me solté
παθητική μετοχή
soltado,suelto
Παραδείγματα
Se soltó hablando con nativos.
Απέκτησε ευχέρεια μιλώντας με ντόπιους.
02
αφήνω, ρίχνω
dejar ir la cuerda de un arco para disparar la flecha
Παραδείγματα
Si sueltas muy pronto, fallarás.
Αν αφήσεις πολύ νωρίς, θα χάσεις.



























